Ενεργότερη καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών



© Fotolia

Η εμπορία ανθρώπων και η σεξουαλική κακοποίηση και σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών αποτελούν σοβαρά αδικήματα, που συχνά συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα. Στις 6 Απριλίου, οι Υπουργοί Δικαιοσύνης προέβησαν σε προκαταρκτική συζήτηση για τα προβλήματα αυτά και συζήτησαν δύο προτάσεις της Επιτροπής για τη βελτίωση της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας.

Αμφότεροι οι τομείς εγκληματικότητας αποτελούν σημαντικότατες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι δράστες εκμεταλλεύονται την ευάλωτη κατάσταση των θυμάτων. Η εμπορία ανθρώπων μπορεί να θεωρηθεί ως νέα μορφή δουλείας, όταν τα άτομα αναγκάζονται με απειλές ή καταναγκασμούς σε οικιακή δουλεία, πορνεία, φθηνή παροχή εργασίας, επαιτεία, ή παράνομες δραστηριότητες. Η εμπορία ανθρώπων αποσκοπεί επίσης στην αφαίρεση οργάνων. Θύματα της εκμετάλλευσης αυτής αποτελούν κατά κύριο λόγο οι γυναίκες και τα παιδιά.

Η ΕΕ έχει ήδη λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση του παγκόσμιου αυτού προβλήματος. Ωστόσο, η νομοθεσία πρέπει να προσαρμοστεί στην εξέλιξη της εγκληματικότητας και στα προσφάτως εγκριθέντα διεθνή πρότυπα. Η αύξηση της εμπορίας ανθρώπων και η ευρύτερη διανομή παιδοπορνογραφικού υλικού μέσω του Ίντερνετ καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη ανάληψης δράσης.

Οι προτεινόμενες πράξεις θα καταστήσουν τους κανόνες πιο αυστηρούς. Περισσότερες υποθέσεις εκμετάλλευσης και σεξουαλικής κακοποίησης, όπως ο σεξοτουρισμός (ακόμη και αν διαπράττεται στο εξωτερικό) και το «grooming» (προσέλκυση παιδιών μέσω του διαδικτύου για σεξουαλικούς σκοπούς) θα ποινικοποιηθούν και θα τιμωρούνται με ποινές φυλάκισης, και μάλιστα βαρύτερες όταν συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις. Προβλέπονται νέα εργαλεία έρευνας που χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, όπως η παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και η ηλεκτρονική παρακολούθηση, και διευρύνεται η προστασία και αρωγή των θυμάτων.

Περισσότερες πληροφορίες:

Ανακοινωθέν τύπου του Συμβουλίου (pdf)

Αναμετάδοση της συνέντευξης τύπου του Συμβουλίου



07/04/2009