Εξέταση της αλιευτικής πολιτικής
 |
|
© Fotolia
|
Οι θαλάσσιοι πόροι των ευρωπαϊκών υδάτων μειώνονται συνεχώς λόγω υπεραλίευσης. Αυτό απειλεί όχι μόνο τα οικοσυστήματα αλλά και τον αλιευτικό τομέα και τις τοπικές κοινότητες. Κατά τη σύνοδο του Συμβουλίου Γεωργίας και Αλιείας στις 29 Ιουνίου, οι υπουργοί αντήλλαξαν απόψεις σχετικά με τη μελλοντική μεταρρύθμιση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής. Θα δοθεί προσοχή στη βιωσιμότητα: περιβαλλοντική, οικονομική και κοινωνική.
Ο αλιευτικός κλάδος είναι ουσιώδης για τη σίτιση των Ευρωπαίων και συμβάλλει σημαντικά στην ευρωπαϊκή οικονομία αλλά δοκιμάζεται προς το παρόν από βαθιά κρίση. Τα ευρωπαϊκά αλιευτικά αποθέματα υφίστανται υπεραλίευση επί δεκαετίες και οι αλιευτικοί στόλοι παραμένουν πολύ μεγάλοι για τους διαθέσιμους πόρους, με αποτέλεσμα ορισμένα τμήματα των στόλων να μην είναι οικονομικώς βιώσιμα. Το 30% των αποθεμάτων βρίσκεται κάτω των ασφαλών βιολογικών ορίων και, ως εκ τούτου, ίσως δεν μπορέσει να αποκατασταθεί.
Κατά συνέπεια, μειώνεται συνεχώς η ποσότητα των θαλασσινών που αλιεύονται στα ευρωπαϊκά ύδατα: περισσότεροι από τους μισούς ιχθύες που καταναλώνονται στην ευρωπαϊκή αγορά είναι σήμερα εισαγόμενοι. Η μεταβλητότητα των τιμών του πετρελαίου και η χρηματοπιστωτική κρίση επιδείνωσαν την κατάσταση της αλιείας.
Προκειμένου να αντιμετωπισθεί αυτή η κατάσταση, οι υπουργοί συζήτησαν διάφορες επιλογές που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων της βελτίωσης των μέσων και των ελέγχων για τη διαχείριση των αλιευτικών αποθεμάτων και της αναγνώρισης των τοπικών κοινοτήτων που διαβιούν από την αλιεία στις ακτές.
Γα περισσότερες πληροφορίες:
Ανακοινωθέν τύπου
Διαδικτυακή αναμετάδοση της συνέντευξης τύπου