Γλωσσικό καθεστώς των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η γλωσσική ποικιλομορφία αποτελεί ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μείζον πλεονέκτημά της στον πολιτιστικό τομέα. Η προσχώρηση δέκα, και στη συνέχεια άλλων δύο νέων κρατών μελών, τον Μάιο του 2004 και τον Ιανουάριο του 2007 αντιστοίχως, είχε ως αποτέλεσμα τον διπλασιασμό του αριθμού των επίσημων γλωσσών. Κανένας άλλος οργανισμός ή θεσμικό όργανο στον κόσμο δεν χρησιμοποιεί τόσες γλώσσες.

Τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν «κοινό γλωσσικό καθεστώς», που καθορίσθηκε από το Συμβούλιο το 1958. Σήμερα, μετά τις διαδοχικές διευρύνσεις, το καθεστώς αυτό αριθμεί είκοσι τρεις επίσημες γλώσσες και γλώσσες εργασίας, ήτοι την αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική. Για να εξασφαλιστεί η λειτουργία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου ως πολύγλωσσων θεσμικών οργάνων, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου διαθέτει Γλωσσική υπηρεσία που συνεργάζεται στενά, όσον αφορά τα νομοθετικά κείμενα, με τη Διεύθυνση «Ποιότητα της νομοθεσίας» της Νομικής υπηρεσίας.