Εφαρμογή του γλωσσικού καθεστώτος στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο εφαρμόζουν με συνέπεια το κοινό γλωσσικό καθεστώς των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.Κατά τις συσκέψεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου, οι εκπρόσωποι των κρατών μελών (υπουργοί σε επίπεδο Συμβουλίου, αρχηγοί κράτους ή κυβέρνησης σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου) εκφράζονται στη γλώσσα τους, ενώ η απρόσκοπτη προφορική επικοινωνία εξασφαλίζεται από τους διερμηνείς της Γενικής Διεύθυνσης Διερμηνείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (πρώην Κοινή Υπηρεσία Διερμηνείας Συνεδριάσεων-SCIC).

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο συσκέπτονται βάσει εγγράφων που τους υποβάλλονται σε όλες τις επίσημες γλώσσες και τις γλώσσες εργασίας. Όλες οι γλωσσικές εκδοχές αυτών των κειμένων είναι ισότιμες από νομική και πολιτική άποψη. Οι εκδιδόμενες από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο νομικές πράξεις, όπως και οι Συνθήκες και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διατίθενται δωρεάν σε όλες τις επίσημες γλώσσες από τη διοργανική βάση δεδομένων Eur-Lex.

Όσον αφορά την επικοινωνία με τους πολίτες, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο μεριμνούν πάντοτε για την όσο το δυνατόν ευρύτερη εφαρμογή της αρχής της πολυγλωσσίας. Δυνάμει της Συνθήκης, κάθε πολίτης της Ένωσης μπορεί να απευθυνθεί γραπτώς στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο - αλλά και σε κάθε άλλο θεσμικό ή μη όργανο της Ένωσης - σε μια από τις επίσημες γλώσσες, δικαιούται δε να λάβει απάντηση στην ίδια γλώσσα.

Ωστόσο, για λόγους πρακτικούς, η πολυγλωσσία μέσα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο είχε πάντοτε όρια. Για την επικοινωνία εντός των οργάνων, των οποίων όλοι οι υπάλληλοι κατά τεκμήριο γνωρίζουν, πέραν της μητρικής, και άλλες δύο γλώσσες της Ένωσης, χρησιμοποιούνται οι πλέον διαδεδομένες γλώσσες. Το ίδιο ισχύει για τις εργασίες στις οποίες συμμετέχουν εμπειρογνώμονες ή αξιωματούχοι των κρατών μελών, οι οποίοι επίσης μιλούν, εν γένει, μία τουλάχιστον ξένη γλώσσα. Οι περιορισμοί αυτοί υπαγορεύονται τόσο από πρακτικούς, όσο και από δημοσιονομικούς λόγους, εφόσον επιτρέπουν την εξοικονόμηση των δαπανών λειτουργίας.